Αύξηση των εξαγωγών ελληνικής ελιάς και ελαιόλαδου στη Βραζιλία

0
17

Την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά της Βραζιλίας σε σχέση με τις επιτραπέζιες ελιές περιγράφει μελέτη του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στον Άγιο Παύλο Βραζιλίας. Σύμφωνα με αυτήν, η κατανάλωση ελιάς εμφανίζει σταθερότητα στη χώρα,ενώ η Ελλάδα επιτυγχάνει σημαντική αύξηση στις εξαγωγές της προς τη Βραζιλία.

Εισαγωγές

Η Βραζιλία είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος εισαγωγέας ελαιολάδου όλων των ειδών στον κόσμο και μάλιστα, μόνο για ίδια κατανάλωση.  Το 2017, οι εισαγωγές της χώρας σε παρθένο ελαιόλαδο αυξήθηκαν κατά 21%. Οι κυριότερες εξαγωγικές χώρες παρθένου ελαιόλαδου στην Βραζιλία είχαν αύξηση στις σχετικές εξαγωγές τους(Πορτογαλία, Ισπανία, Χιλή, Αργεντινή, Ιταλία, Ελλάδα, Τυνησία).

Η Ελλάδα παρ’ότι εξακολουθεί με το ακριβότερο προϊόν μεταξύ των κορυφαίων της αγοράς, εμφάνισε αύξηση στις εξαγωγές της κατά 2,1% (σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η σχετική αύξηση ήταν 12%) με μερίδιο στις συνολικές βραζιλιάνικες εισαγωγές 0,86%, έναντι  1% το 2016. Ωστόσο το ποσοστό αυτό είναι πολύμικρό σε σχέση με το αντίστοιχο των ηγέτιδων εξαγωγικών χωρών Πορτογαλίας  (54%) και Ισπανίας (15%).

Η Βραζιλία είναι ακόμα ο τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας παρασκευασμένων ελιών στον κόσμο. Εντούτοις, το 2017, οι σχετικές εισαγωγές της παρουσίασαν μείωση 14,5%. Πτώση καταγράφεται στις εισαγωγές από Aργεντινή, Περού και Πορτογαλία. Η Ελλάδα σημείωσε  αύξηση 31% στις σχετικές εξαγωγές της (σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η σχετική αύξηση ήταν 72%).  Αντίθετα, σημαντική μείωση 55% σημειώθηκε στις εισαγωγές των προσωρινά διατηρημένων ελιών. Με την υψηλότερη μέση τιμή ανά κιλό, οι ελληνικές εξαγωγές  στη συγκεκριμένη κατηγορία υποχώρησαν  κατά 15% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.

Προοπτική – Προτάσεις

Παρά τις σημαντικές της δυσκολίες, η βραζιλιανή αγορά θα μπορούσε να αποτελεί προνομιακό πεδίο δράσης για τους Έλληνες εξαγωγείς ελαιολάδου και ελιών. Καταρχάς, λόγω μεγέθους της αγοράς, και ακόμα, χάρη στην ήδη εκπαιδευμένη καταναλωτική βάση, στην οποία ούτε το ελαιόλαδο, ούτε οι ελιές χρειάζονται συστάσεις. Είναι άκρως διαδεδομένα προϊόντα και αποτελούν βασικά συστατικά καθημερινής χρήσης στη βραζιλιανή και στις περισσότερες εθνικές κουζίνες των χωρών καταγωγής των βραζιλιανών, χαίρουν της εκτίμησης των καταναλωτών και σίγουρα, για κάποια χρόνια ακόμα τουλάχιστον, δε θα παράγονται τοπικά σε σημαντικές ποσότητες.

Ωστόσο, ο ανταγωνισμός είναι πολύ έντονος, με τις πορτογαλικές εταιρίες να απολαμβάνουν ένα ιστορικό πλεονέκτημα που τους επιτρέπει να διατηρούν δεσπόζουσα θέση στην αγορά ελαιολάδου, ενώ και τα μεγέθη των βασικών ανταγωνιστών είναι σαφώς διαφορετικά από αυτά της μέσης ελληνικής εξαγωγικής επιχείρησης. Το μέγεθος της βραζιλιανής αγοράς είναι τέτοιο, που μικροί, μεμονωμένοι εξαγωγείς ίσως δεν έχουν την καλύτερη δυνατή προοπτική,εκτός αν το προϊόν τους απευθύνεται σε ένα εξειδικευμένο τμήμα της αγοράς και είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν σημαντικά στην προώθησή του, ώστε να πείσουν για την ιδιαιτερότητά του τις ειδικές ομάδες ενδιαφέροντος στις οποίες απευθύνονται. Για προϊόντα ευρείας κατανάλωσης όπως το ελαιόλαδο και οι ελιές,καλύτερα αποτελέσματα θα μπορούσε πιθανά να φέρει κάποια συλλογική προσπάθεια,που θα δημιουργούσε το κρίσιμο μέγεθος στους συμμετέχοντες εξαγωγείς, ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν μεγαλύτερη κάλυψη, ανταγωνιστικές τιμές, σταθερή προσφορά και περιορισμό του κόστους διαχείρισης της εξαγωγικής προσπάθειας.Ενδεχόμενη σύμπραξη εξαγωγέων θα σήμαινε ακόμα δυνατότητα προσφοράς ανταγωνιστικότερων τιμών, όπως και επιμερισμού του κόστους προβολής και παρακολούθησης της διακίνησης των προϊόντων τους στη Βραζιλία, ενέργειες απαραίτητες για την εξασφάλιση αναγνωρισιμότητας και για την καθιέρωσή τους στην τοπική αγορά.

Για διευκρινίσεις και πληροφορίες σχετικά με πιθανούς εισαγωγείς ελαιολάδου & ελιών, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δύνανται να επικοινωνήσουν με το Γραφείο Οικονομικών & Εμπορικών Υποθέσεων Αγίου Παύλου(ecocom-spa@mfa.gr). Δείτε αναλυτικά την έκθεση εδώ.